νέα παρουσίαση στο reading books for fun

(Ευλύγιστες Μελαγχολίες, Ντέμης Κωνσταντινίδης)*

Εκδόσεις Vakxikon.gr

Σελ.40

Είχα αναφέρει σε παλαιότερη ποιητικής συλλογής κριτική μου, του ιδίου μάλιστα ποιητή, την δυσκολία όχι μόνο του να κρίνει κανείς μια ποιητική συλλογή αλλά ακόμη και να κάνει μια απλή παρουσίαση αυτής. Η δυσκολία αυτή έγκειται σε μια σειρά από λόγους με κύριο την μεγάλη δυσκολία της μετάδοσης του παλμού του έργου ώστε να καταλάβει ο υποψήφιος αναγνώστης αν θα του αρέσει ή όχι. 

Όταν τώρα έχει προηγηθεί ακόμη μια κριτική ποιητικής συλλογής του ιδίου ποιητή, το εγχείρημα μάλλον δυσκολεύει. Γιατί συνηθίζεται οι ποιητές, όσο μεγάλοι και αν είναι, να έχουν στο έργο τους μια κοινή ταυτότητα, μια προσωπικότητα, έναν κοινό χαρακτήρα, μια συνιστώσα που δεν αλλάζει από συλλογή σε συλλογή. Έτσι, ακόμη όταν πρόκειται και για μεγάλους ποιητές, ενώ θα μπορούσε κανείς να μιλήσει συνολικά για το έργο τους, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει για μια συγκεκριμένη συλλογή και να διαφοροποιήσει την παρουσίαση από τις άλλες. Από αυτή την ιδιαιτερότητα πολλών αλλά όχι όλων των ποιητών, συνήθως ξεκινάει και  μία σειρά από άλλα προβλήματα όπως της μονοτονίας, που καταλήγει αναγκαστικά σε μικρό ποσοτικά έργο.

Στην μυθιστορηματική  φόρμα υπάρχουν πολλά και συγκεκριμένα τρικ για να μπορέσει κανείς να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ακόμη και  η ίδια η πλοκή ως έξοδος από την καθημερινότητα, ακόμη και η δυνατότητα του συγγραφέα να επηρεαστεί, να δανειστεί ή και πολλές φορές να κλέψει συγκαλυμμένα είναι γνωστό φαινόμενο. Και αν τα παραπάνω προφανώς δεν αρκούν για να συνθέσουν ένα λογοτεχνικό έργο, συχνά είναι αρκετά για μια εκδοτική επιτυχία. Στην ποίηση τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν υπάρχει πλοκή με ροή, δεν μπορείς να αντιγράψεις, πρέπει να έχεις ταυτότητα δική σου, προσωπικότητα, πρέπει να έχεις κάτι μοναδικό να πεις. 

Θυμάμαι τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε γνωστή παλιά κωμική Ελληνική ταινία να λέει στην Αλίκη Βουγιουκλάκη που δεν κατανοούσε το νόημα ενός ποιήματος: « Η ποίηση είναι ποίηση αν δεν την καταλαβαίνει κανείς. Αν την καταλαβαίνουν όλοι δεν είναι ποίηση, είναι τσιφτετέλι». Μέσα από αυτή την χιουμοριστική κινηματογραφική ατάκα βγαίνει μια μεγάλη αλήθεια. Εν ονοματικής υψηλής κουλτούρας και διανόησης  πολλοί έγραψαν ποιήματα τα οποία αν και κανείς δεν καταλάβαινε, λάμβαναν για χρόνια υψηλή θέση στο ευρύτερο λογοτεχνικό τοπίο ενώ οι ίδιοι οι ποιητές χαίρουν διαχρονικά μεγάλης αναγνώρισης.

Με την  μικρή αυτή εισαγωγή είχα ως σκοπό αρχικά  να πω κάποια πράγματα που ήθελα σχετικά με την ποίηση (δικά μου απωθημένα), και από την άλλη να προϊδεάσω για τα λάθη που απέφυγε ο Ντέμης Κωνσταντινίδης στις «Ευλύγιστες Μελαγχολίες». Γιατί η μικρή αυτή ποιητική συλλογή, η οποία είναι η τέταρτη κατά σειρά, του ποιητικά ώριμου πια Κωνσταντινίδη, κατόρθωσε να διαφέρει από την προηγούμενη, ώστε να μην κουράσει με επαναληψιμότητα τον αναγνώστη, αλλά παράλληλα να κρατήσει την ταυτότητα που πρεσβεύει ο ποιητής. 

Με λόγο μεστό, ώριμο αλλά κατανοητό, ο Κωνσταντινίδης συνεχίζει την κριτική της σύγχρονης κοινωνίας και των προβλημάτων της,  κάποιες φορές προτείνει λύσεις και κατευθύνσεις, δηλώνει παρών στον αγώνα μες από ένα μελαγχολικό πρίσμα που έχει επαναλάβει και παλιότερα αλλά σε μικρότερη ένταση.  

Η ανεργία σ ’έχει στοιχειώσει!
Η δυστυχία σου είναι τόση
Που δεν μιλάς, δεν ησυχάζεις
Και δεν κοιμάσαι όταν πλαγιάζεις

Η αλλοτρίωση και η αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στο σύγχρονο αστικό τοπίο είναι έντονα παρούσα και μάλλον πρόκειται για μικρή «εμμονή» του ποιητή που εμάς μας αρέσει πολύ.

Άλλος ένας, πουφ!
Πέταξε για την ανυπαρξία
Γιατί δεν άντεχε την απραξία
Αυτός δεν έμεινε στην απραξία
Να μην τον κρίνεις!
Καμία ρετσίνα που και που
Στην μνήμη του να πίνεις. 

Η μελαγχολία είναι παρούσα σε κάθε λέξη, φράση και έννοια λες και αυτή η συλλογή είναι ότι απέμεινε μετά την εξάντληση όλων των άλλων εκφραστικών μέσων, και έτσι η ίδια η μελαγχολία διεκδίκησε πλέον την δική της συλλογή, παρέα με ένα μαύρο σαρκαστικό χιούμορ. Όμως οι μελαγχολίες του Ντέμη Κωνσταντινίδη είναι ευλύγιστες, για αυτό και αντέχουν, γιατί όπως έλεγε και ο Βruce Lee, σπάει το σκληρό κλαδί όχι αυτό που λυγίζει. Για αυτό εκτός από την αισθητική του πεσιμισμού, που και αυτή έχει λάτρεις, στις «Ευλίγιστες Μελαγχολίες» πρωτοστατεί  με βάθος η αρνητική όχι σκέψη αλλά διαπίστωση, η οποία οδηγεί υπόκωφα και υπόγεια στην ελπίδα, αφού το ουράνιο τόξο ξεπροβάλει, μόνο μετά την βροχή.

Να γράψω ένα ποίημα
Να μην τελειώνει
Ένα γλυπτό σε πάγο
Να μην λιώνει
Ψωμιά και ψάρια το κοφίνι
Να μην σώνει
Ουράνιο τόξο σε κορδέλες
Και ν ’απλώνει
Λουλούδια αμάραντα, κοπέλες
Στο μπαλκόνι
Και σε καθένα πιο ψηλά
Φωλιά απ’ αηδόνι


*Η ιστοσελίδα θέλει να εκφράσει θερμές ευχαριστίες στον κ. Απόστολο Πάρσαλη (http://readingbooksforfun.blogspot.gr), για την τεκμηριωμένη κριτική και την διεισδυτική ματιά του και στη νέα συλλογή.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

του κόσμου

με κανέναν άγνωστο

η συγγραφέας

ο διαβαίνων