μικρό αφιέρωμα από το "γραφείον"*


(φωτό από: Εκδόσεις University studio press)
(φωτό από: Εκδόσεις University studio press)
Η ποίηση είναι σαν το νερό – αργά ή γρήγορα θα βρει μια χαραμάδα να κυλήσει, έναν τρόπο να φτάσει δίπλα σε αυτιά που είναι πρόθυμα να ακούσουν. Από την ώρα που οι «εκδότες» έγιναν τυπογράφοι τρίτης κατηγορίας, από την ώρα που το κοινό του στίχου περιορίστηκε ακόμη περισσότερο, η ποίηση ξεκίνησε να κινείται με τρόπο άναρχο, παλιό και λησμονημένο. Ένα άρθρο εδώ, μία στροφή σε ένα blog, δέκα άνθρωποι μαζεμένοι σε ένα καφέ που σχολιάζουν μια συλλογή αδημοσίευτη, μοιρασμένη χέρι το χέρι σε παρέες και φίλους, ένας ποιητής που χαρίζει χειρόγραφα όπου βρει – στο δρόμο, στα βιβλιοπωλεία, στους καφενέδες, όπου κρίνει πως τα κείμενά του μπορούν να διαβαστούν, να αξιολογηθούν και τελικά να αφομοιωθούν από συνειδήσεις ανήσυχες που αναζητούν το διαφορετικό και τις ξεχωριστές ποιότητες στη λογοτεχνία.
Από τη μέρα που ξεκίνησε να λειτουργεί αυτή η ιστοσελίδα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της δε σταμάτησε να δέχεται ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μυθιστορήματα, ακόμη και δοκίμια για τη λογοτεχνία. Λυπούμαι να πω πως οι περισσότερες απόπειρες είναι ακόμη άτεχνες ή διαβρωμένες από την αντίληψη που επικρατεί σήμερα για την αξία των κειμένων. Τα περισσότερα πληκτικές ερωτικές ιστορίες κτισμένες πάνω στο τίποτα των άρλεκιν, κάποια άλλα αυτοβιογραφικά, μα χωρίς κανένα σημάδι ανατροπής ή διαφορετικής ματιάς, ποιήματα συμβατικά με τόσο ηθικοπλαστικές ή πατριωτικές αναφορές που είναι σαν να διαβάζεις ανακοίνωση του στρατιωτικού επιτελείου ή να ακούς πάστορα να αναλύει το ιδανικό της αγάπης. Κλισέ, κλισέ, κλισέ, λες και η γραφή είναι αγγαρεία, σαν το κείμενο να είναι ένα προχειροφτιαγμένο εισιτήριο για τον λαμπερό κόσμο των εκδοτών του τίποτα και της αρπαχτής. Όμως πρέπει να είμαι δίκαιος – η ευθύνη δεν είναι τόσο των συγγραφέων παρόμοιων κειμένων, όσο ενός καλά κτισμένου συστήματος που προωθεί χρόνια τώρα μια ελεεινή «λογοτεχνική» ποιότητα και έχει κατορθώσει να πείσει για την αξία της. Είναι ευτύχημα πως όταν αλληλογραφώ με ανθρώπους νέους που κάμουν τα πρώτα τους βήματα στη γραφή, οι περισσότεροι δείχνουν να αντιλαμβάνονται ακόμη και την έντονα αρνητική κριτική, τις αδυναμίες τους, την ευκολία στην οποία καταφεύγουν. Είναι αρκετοί επίσης εκείνοι που όταν ανακαλύπτουν άγνωστους ποιητές και πεζογράφους, αποκτούν μια εντελώς διαφορετική ματιά στις λέξεις και προσεγγίζουν έκπληκτοι ποιότητες που δεν μπορούσαν να φανταστούν. Δυστυχώς δεν έχω το χρόνο αυτή η διαλεκτική σχέση να προχωρήσει με όλους σε μια κλίμακα μαζικότερη. Τέλος πάντων, ξεφεύγω από το θέμα, τα κριτήρια της λογοτεχνίας σκοπεύω να τα συζητήσουμε σε άλλες αναρτήσεις…
Σε μια προσπάθεια διακίνησης κειμένων και ιδεών ξεκινώ σήμερα παρουσιάσεις λογοτεχνών – τους περισσότερους πιθανότατα αγνοείτε, κάποιους άλλους έχετε μάθει να τους διαβάζετε με την ανούσια σχολική προσέγγιση. Δεν έχω την πολυτέλεια να τηρώ προτεραιότητες και μια κάποια χρονική σειρά, απλά διαλέγω κείμενα ανάκατα. Υπάρχουν βέβαια πολλά προγενέστερα παρόμοια άρθρα, αλλά για κάποιο διάστημα θα προσπαθήσω να δώσω το βάρος σε ανέκδοτα χειρόγραφα ή σε συλλογές δημοσιευμένες που έχουν κάτι φρέσκο να πουν. Είναι ευτύχημα που οι απόπειρες γραφής δεν σταματούν ποτέ, το υλικό που έχω μαζεμένο από γνωστούς και άγνωστους λογοτέχνες επαρκεί για χρόνια ολόκληρα…
Τον Ντέμη Κωνσταντινίδη τον πρωτογνώρισα ποιητικά όταν ο φίλος Απόστολος προχώρησε στην παρουσίασή του μέσα από μία μικρή συνέντευξη (μπορείτε να τη βρείτε εδώ). Ο ποιητής έχει εκδώσει ήδη τρεις ποιητικές συλλογές, (Διαθέσεις το 2009, Ιχθύων λόγος το 2011, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες το 2013, όλα από το university studio press), έχει βραβευθεί από το σύλλογο φίλων του Βαφοπούλειου πνευματικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη, διατηρεί προσωπικό ιστολόγιο, (επίσης μπορείτε να το δείτε εδώ) και τελευταία κυκλοφόρησε τη συλλογή «Ευλύγιστες μελαγχολίες» από τις εκδόσειςvakxikon. Το πρώτο που μου κίνησε την περιέργεια ήταν ο τίτλος ενός βιβλίου του… «Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες» – επί τέλους σκέφτομαι, να μια ανατροπή του μύθου, να μια αλλαγή των κανόνων, ιδού μια πρώτη αναφορά για μια κοινωνία που σε αντίθεση με όσα πιστεύουν οι περισσότεροι επιβραβεύει τα πνευματικά φλούδια και αφήνει τους χυμούς να περνούν απαρατήρητοι. Ο τίτλος υποστηρίζεται από ένα πρώτο τετράστιχο που προηγείται της συλλογής, ή καλύτερα, οδηγεί σ αυτήν…
Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες
Όσο ο χειμώνας πλησιάζει…
Κι όμως, βαστούν καλύτερα οι τζίτζικες
Το νόημα της αυγής, όταν βραδιάζει…
Πριν προχωρήσουμε στην ουσία κάποια γενικά. Από την πρώτη ανάγνωση της συλλογής είναι φανερό πως τρία βασικά στοιχεία διαπερνούν την ποιητική του Κωνσταντινίδη. Το πρώτο είναι η πόλη του, η Θεσσαλονίκη, όχι εκείνη η περιλάλητη του χθες, μα η σημερινή, μετέωρη ανάμεσα στην ποιότητα και στον ευτελισμό της παρακμής. Το δεύτερο στοιχείο είναι οι επιρροές – μεσοπόλεμος και Καρυωτάκης διαπερνούν πολλούς από τους στίχους, θα το δούμε παρακάτω. Και το τρίτο είναι η δεσπόζουσα θέση της συγκυρίας, της πολιτικής που ξεκινά από τον πόλεμο και τον εμφύλιο και αποκρυσταλλώνεται στο σήμερα της κρίσης. Τα δύο πρώτα τα θεωρώ πλεονεκτήματα, το τρίτο πιστεύω πως αποδυναμώνει τον στίχο, τον «συστηματοποιεί». Ας δούμε όμως την ουσία…
Ο Κωνσταντινίδης όπως και κάθε γνήσιος γραφιάς, έχει μόνιμη την αμφιβολία για την ποιότητα του κειμένου του. Δεν υπάρχει ποιητής με κάποιες ποιότητες από πολύ παλιά που να μην έχει συμπεριλάβει στις συλλογές του ποιήματα της αμφιβολίας, ερωτηματικά για την αξία των στίχων του, μια μελαγχολία για το μάταιο της προσπάθειάς του. Για παράδειγμα…
Καλέμι (ή καλέ μη…)
Η ωριμότητα του στίχου
Ακέρια στέκει ή στο περίπου;
Κατακτημένη πέρα ως πέρα
Μπασμένη ή μωρά παρθένα;
Αυτό το ερώτημα μας τρώει
Μας σιγοκαίει ξερούς στη χλόη
Φωλιάζει εντός μια αμφιβολία
Τεχνούργημα ή φλυαρία;
Δείτε τώρα το ποίημα «Σταθερά», κατά την ταπεινή μου γνώμη η πρώτη στροφή θα μπορούσε και να απουσιάζει, καθώς το στακάτο του τελευταίου δίστιχου τα λέει όλα με πολύ καλή συμπύκνωση…
Αυτό που είμαι εγώ
Εσύ δεν μπορείς να γίνεις
Εγώ είμαι σύννεφο
Και εραστής της σελήνης

Εκεί που είμαι εγώ
Εσύ δεν μπορείς να έρθεις.
Εκεί τελειώνει η θάλασσα
Κι αρχίζει ο καθρέφτης
Αφιερωμένο στους πολλούς που αρνούνται πεισματικά να διαβούν μια θάλασσα φοβούμενοι το είδωλο που θ αντικρύσουν…
Ο Κωνσταντινίδης δεν αρνείται την πολιτική, μα ως ποιητής αντιλαμβάνεται την αξία της μονάδας, της συνείδησης, του υποκειμένου. Κάπου μπορεί να υποβόσκει και κάποια απογοήτευση από τις έννοιες της μαζικότητας και μιας κατευθυνόμενης συλλογικότητας. Δείτε το…
Κατά μόνας
Αθέατος από τη φθορά του κόσμου
Επιχειρώ την επανάσταση εντός μου
(Χωρίς οδοφράγματα
Γκρεμίζω ανταλλάγματα)
Κι ο πρώτος εχθρός μου
Εγώ, μοναχός μου
Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να δώσει και ερμηνεία αντίθετη, μα είναι από τα ποιήματα εκείνα που δέχονται πολλαπλές αναγνώσεις, ίσως και ανεξάρτητα από την πρώτη ποιητική πρόθεση…
Να και ένα άτιτλο από τη συλλογή «ευλύγιστες μελαγχολίες», ένα άρωμα Καββαδία έρχεται θολό από μακριά, μα είναι ωραίο ποίημα, από τα πιο τεχνικά του, με συμβολισμό προφανή…
Ακρόπρωρο δαρμένο απ τον αφρό
Σκάλισμα είναι το μπούστο μαγεμένο
Ξέμπαρκος σε λιμάνι μακρινό
Απόμεινα για να σε περιμένω

Έρημους γλάρους κάνω συντροφιά
Καπνός απ το τσιμπούκι μου τολύπες
Μιλώ σε δύο γέρικα γατιά
Κι αυτά γροικούνε μου τις λύπες
Από την ίδια συλλογή, για την Θεσσαλονίκη – όσοι περπατούν την πόλη μακριά από την Τσιμισκή, θα αναγνωρίσουν τη μυρωδιά της μούχλας, την αίσθηση της ακινησίας, μια εικόνα από δεκαετία του 50 χρωματισμένη με αδέξιες πινελιές εκσυγχρονισμού. Με άλλα λόγια, κατάθλιψη από μια ακινησία που έχει περάσει ύπουλα στην καθημερινότητα, στις συνειδήσεις, στις πράξεις. Η μέρα της μαρμότας…
Ανταλλακτήρια χρυσού κατά μήκος της Εγνατίας
Η ροή των αυτοκινήτων με το σταγονόμετρο
Σε κάθε φανάρι ναρκωμένα παιδιά, άδειες βιτρίνες, ενοικιαστήρια
Μέρος της ασφάλτου, σ αδιάκοπα μονά ζυγά
Εναλλασσόμενα στους χρόνους, χωρίς υπόμνηση ονόματος
Γλιστρώ ανάμεσα στις χαραμάδες.
Είμαι η αιώνια σκόνη των καταθλιπτικών κτιρίων.
Το επόμενο το πιστεύω από τα πιο ώριμα της τελευταίας συλλογής, από τα πιο δύσκολα, από κείνα που απαιτούν ανάγνωση προσεκτική…
Σ αυτόν τον έρημο παιδότοπο
Παίζαν συχνά ευλύγιστες μελαγχολίες
Και ηδονές μακριά γαϊδούρα
Παίζαν΄κρυφτό έφηβα πρέπει με τα θέλω
Οι προσδοκίες με τις παχιές αναβολές κάναν΄τραμπάλα
Κατρακυλώντας σ ανοιχτή τσουλήθρα του ανεκπλήρωτου.
Ξεχάστηκα εκεί μικρό παιδί και βρέθηκα με μιας
Σχεδόν σαράντα…
Όταν ο Κωνσταντινίδης καταφεύγει στον ελεύθερο στίχο, είναι φανερό πως γίνεται πιο εσώτερος, πιο χαμηλότονος και τολμώ να πω πολλές φορές πιο ώριμος ποιητικά…
Όταν περνάω δίπλα από μαγαζιά και καφενεία
Επιβραδύνω πάντοτε το βήμα για ν ακούω
Να κλέβω σκόρπιες φράσεις στον αέρα
Να μπαίνω λίγο στις ζωές των άλλων
Για να μετρώ καλύτερα και τη δικιά μου

Λίγο με χάνει τότε η σκιά μου…
Λίγο, κερδίζεται η μέρα.
Πολλοί ποιητές αγαπούν να ξεκινούν ένα ιδιότυπο ποιητικό διάλογο με κείνους που τους επηρέασαν στη γραφή, να ένα «Καρυωτακικό» που πατά πάνω στο «Μικρή ασυμφωνία εις Α Μείζον»…
Εις Αμ.
Α! κύριε, κύριε Αμανατίδη
Ποιος άραγε είναι το στολίδι;
Παντού εσείς πρωτοπορίες
Κι εμένα, μήτε σ αγγελίες!
Ξέρω! Οι κύκλοι, οι γνωριμίες
(Να, μήπως φταίν οι συναστρίες…)
Αλλά εγώ δεν αλαλάζω
Ξέρω, τον κόσμο δεν αλλάζω!
Πλάστιγγα, εξάλλου, που να βρούμε
Και ζύγια εμείς να μετρηθούμε;
Α! κύριε, κύριε Αμανατίδη
Ποιος θα αντέξει το ταξίδι;
Να και ένα «κυτταρικό», εμένα πάλι μου έφερε στη μνήμη το τελευταίο αναψυκτικό που ήπιε ο Καρυωτάκης σε καφενεδάκι της Πρέβεζας λίγο πριν πατήσει τη σκανδάλη…
Πράξη και απραξία

Ο τελευταίος καφές
Πέντε δραχμές…
Κι ένα τσιγάρο χύμα.
Στον ελαιώνα
Εις τον αιώνα…
Μόνος με το κύμα.
Και ένα νόστιμο, όχι μόνο για την ανατροπή του, μα και για τον εμφανή συμβολισμό του χωρίς μεγαλοστομίες…
Κατά παραγγελία
Δυο μέρες πριν
Μου ζήτησε ένας φίλος
Να του γράψω.
«Γιατί το θες;» ρωτώ
«Για εκείνη…» μου απαντάει.
«και πως τη λεν;» ακολουθώ.
«Δανάη, κι όταν τη σκέφτομαι όλο κλαίω.»
«θα στου στοιχίσει κάτι παραπάνω!» λέω
Και ένα ακόμη, επίγραμμα σχεδόν…
Δια-πιστωτικό
Δυο επαγγέλματα δεν θα ξεμείνουν ποτέ:
Οι σαράφηδες και οι πουτάνες!
Γιατί πραμάτεια τους έχουν τον χρόνο…
Ένα μικρό απόσπασμα από κείμενο πεζό που παρατίθεται στο τέλος της τελευταίας συλλογής, κάτι σαν μικρό δώρο στους αναγνώστες σε ύφος διαφορετικό…
«…η πόλη είχε πια αδειάσει –δυο τρεις μπαινόβγαιναν στην πολυκατοικία. Απέναντι κάποια το ευχαριστιόταν… Στον τέταρτο ο γέρος πέθανε. Το απόγευμα ακούστηκαν από το γήπεδο πνιχτά κορναρίσματα και ιαχές. Η φτερωτή του κλιματιστικού ρετάριζε απεγνωσμένα. Είχε κατσικωθεί για τα καλά το καλοκαίρι».
"Ιχθύων λόγος", η δεύτερη συλλογή από "University Studio Press" το 2011
“Ιχθύων λόγος”, η δεύτερη συλλογή από “University Studio Press” το 2011
Σαν παρουσιάζω έναν ποιητή, συνηθίζω πολλές φορές να πηγαίνω ανάποδα, να ξεκινώ δηλαδή από τα πρόσφατα έργα του και να πισωγυρίζω στο χρόνο. Οι περισσότεροι πιστεύουν πως το ποιητικό έργο έχει μια εξέλιξη γραμμική, πως ο ποιητής ωριμάζει σε αυτόματη εξέλιξη, μα πολλές φορές αυτό είναι μία πλάνη και αδικεί τα ποιήματα της νιότης. Φυσικά η εμπειρία μετρά, βεβαίως και η προσωπική εξέλιξη. Αλλά τα πρώιμα ποιήματα πολλές φορές διαθέτουν μια φλόγα που δεν έχει ακόμη χαμηλώσει από απογοητεύσεις και συμβάσεις. Από την συλλογή “Ιχθύων λόγος” ξεχωρίζω το ποίημα “Σωρός”, η διάθεση για ανατροπές είναι εμφανής, ταυτόχρονα όμως και ένας μετεωρισμός, ένας δισταγμός ακύρωσης του παλιού, του φθαρμένου, της ρουτίνας, των άχρηστων που σωρεύονται με μόνη χρησιμότητα την σηματοδότηση ενός ασήμαντου (άρα άκυρου πια…) παρελθόντος…
“Σκόρπια βιβλία και βινύλια
χαρτιά τσαλακωμένα, πεταμένα
Παλιές, εξοφλημένες αποδείξεις
Στοίβες δελτίων, εισιτηρίων και περιοδικών
Κιτρινισμένες αγγελίες
Πτυχία σκονισμένα – θυσία στις μούσες και τις χάριτες
πριν να γεράσουν στο πεζοδρόμιο ξεχασμένες
Και ξύλα, πολλά ξύλα
Κι άχυρα και πευκοβελόνες
Ξεραμένα κουκουνάρια, πλαστικά μπουκάλια και καπότες
Και στην κορυφή: η αφεντιά μου – το επιστέγασμα
Μ ένα στουπί στα χέρια αναμμένο”
Από την ίδια συλλογή το ποίημα “Ιχθύων λόγος ΙΙ”, ασχολίαστο, άλλωστε είναι ξεκάθαρο σε ποιους απευθύνεται…
“Ακόρεστες υπάρξεις…
Συμπορεύεστε γαντζωμένοι
Στο μεγάλο ψάρι
Στα φαρδιά του λέπια
Στα υπολείμματα τροφής.
Κι αλίμονό σας έτσι και ψοφήσει.
Τα μεγάλα ψάρια σπανίζουν
Στις ρηχές θάλασσες.”
Στην “Ετερόχρονη έλξη” (Ιχθύων λόγος) το σύμπαν, η πραγματικότητα, οι άλλοι, χάνονται, ξεθωριάζουν, ο χρόνος συμπυκνώνεται σε μια στιγμή επικοινωνίας, έντονα θυμίζει ο πέμπτος στίχος εκείνον του Καρυωτάκη “…στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις…”.
Τι κι αν το ηφαίστειο κατέστη ανενεργό;
Τι κι αν η λάβα του σταμάτησε να ρέει;
Εμείς κρατήσαμε τον κυματοειδή συγχρονισμό μας.
Γίναμε δυο ηλεκτρόνια σε συμφωνία.
Μοίρα μας είναι η αόρατη κλωστή που μας συνδέει.
Και η ένωσή μας: έκρηξη του χρόνου!”
Στοιχεία συναισθηματικού υπερρεαλισμού στο “Παράκτιο” από την ίδια συλλογή, το πιστεύω από τα καλύτερα…
“Που κρύφτηκε το καλοκαίρι;
Ποιος μας κουβάλησε τόσο μακριά του;
Και η μυρωδιά του
Γιατί ξεθώριασε;
Τώρα που δε θυμόμαστε
Τι ονειρευόμαστε παιδιά.
Μόνο τα πεύκα, πάνω απ τη θάλασσα
Νοιώθουν ακόμη και δροσίζονται
Το πρώτο μακροβούτι!”
Και ένα ακόμη, το “Ρομαντικοί νέοι”, ο τελευταίος στίχος κρατά όλο το ποίημα, εάν μου ζητούσαν μία και μόνη φράση για τούτη τη χώρα, έναν τίτλο που να αποτυπώνει την φιλοσοφία της, πραγματικά αυτός ο στίχος θα μπορούσε να τα πει όλα μονομιάς. Είναι η αέναη έκπληξη της ποίησης, όταν με την συνάρθρωση τεσσάρων κοινών, πολύ κοινών λέξεων, γεννιέται ένα επίγραμμα τόσο εύστοχο που κάθε προσθήκη ή αφαίρεση είναι ασέβεια…
“Περιπλανώμενοι ασκόπως
Καπνίζουν – όλο πόζα – ηδονικά
Περιφρονούν τους πάντες επιδεικτικά
Βάφουν μαλλιά και βάζουν σκουλαρίκια
Φορώντας μέικ-απ, μαύρα γυαλιά
Δυο-τρεις κασέτες κι ένα στέρεο αγκαλιά
- Τα περισσότερα είναι κόπος.
Πρόκειται για την δεύτερη μόλις συλλογή του Κωνσταντινίδη, μα ήδη το σπέρμα της συνολικής απόρριψης, της συναίσθησης πως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει από τα “μέσα”, της ανάγκης να καταρριφθούν ματαιότητες και πλάνες, είναι εμφανές και μάλιστα στο τέλος του βιβλίου, στην ύστατη σελίδα, όπου αντί για τα καθιερωμένα υπάρχει (ας μου επιτραπεί το αδόκιμο) ποιητικό επίμετρο…
“Πια…
Δεν μου λεν τίποτα τα κινήματα
Ούτε τα προσκυνήματα
Πια…
Δεν μου λέει τίποτα η ανάσταση
Ούτε η επανάσταση.”
Στην πραγματικότητα οι επόμενες συλλογές πιάνουν το νήμα από τούτη τη διαπίστωση και τα δεσμά κάποιων ποιητικών συμβάσεων σπάνε σιγά σιγά, ο σαρκασμός γίνεται πιο έντονος, οι τόνοι χαμηλώνουν, το εσώτερο απλώνεται σε περισσότερους στίχους.
"Διαθέσεις", η πρώτη ποιητική συλλογή και πάλι από University Studio Press
“Διαθέσεις”, η πρώτη ποιητική συλλογή και πάλι από University Studio Press
Δεν θα ήταν ολοκληρωμένη τούτη η παρουσίαση εάν δεν κλείναμε με λίγους στίχους από την πρώτη ποιητική συλλογή “Διαθέσεις” – οι πρώτες απόπειρες έχουν πάντα πολλαπλή αξία στο σύνολο ενός ποιητικού έργου.
Από το ποίημα “Αφίξεις” να η δεύτερη στροφή, τεχνικά και σε περιεχόμενο εξαιρετικά ώριμο ποίημα κι ας είναι από τα πρώτα…
“Το ένστικτο πια δεν κάνει την προσπάθεια
η ώρα πια δεν κουβαλά τον χρόνο
μονότονα, σαν τρένα, φτάνουνε τα δάκρυα
και στο σταθμό, ένας σταθμός τα περιμένει μόνο”
Ένα μόνο ακόμη θα παραθέσω από την ίδια συλλογή, το “Ελάφι”, μικρές τεχνικές ατέλειες ίσως, αλλά εξαιρετικά στακάτο, ο ρυθμός του είναι ανυπόμονος, τελικός, εδώ δεν υπάρχει δισταγμός, δεύτερες σκέψεις, θα μπορούσε να είναι μια συνομιλία του ποιητή με τον ίδιο του τον εαυτό, τον άλλον (τον πεζό, τον καθημερινό…), εκείνον που συνεχίζει μια ζωή που σαν ζωή δεν μοιάζει…
“Δε μου αρέσει η ζέστη και το καλοκαίρι.
Δε μου αρέσει η φωτιά και τα γυμνά κλαδιά
που χάσκουν πεθαμένα.
Ο τόπος έγινε άτοπος
και ο τρόμος έγινε άτρωτος
κι εγώ σιχάθηκα αυτή τη χώρα
Ώρα να φεύγουμε… θα ρθεις;”
Ο Κωνσταντινίδης γράφει, ολοένα γράφει, μα στο τέλος κάθε συλλογής σαν να συναισθάνεται την έρημη χώρα, σαν να νοιώθει πάντα το μάταιο της ποίησης στον τόπο της φαιδράς πορτοκαλέας, σε αμφιβολία ζει η ποίησή του, απλή συνομιλία με τον εαυτό του είναι, δεν τρέφει ψευδαισθήσεις για την υποδοχή της…
“Αφήνω τη φωνή μου σε αδειανά δωμάτια.
Χτυπάει σε τοίχους κι όλο επιστρέφει…”.
Είπα παραπάνω ότι υπάρχουν και αρκετά ποιήματα κάπως συμβατικά – κατά σύμπτωση είναι εκείνα που ασχολούνται με τη συγκυρία και έχουν κατά περίπτωση ή καταγγελτικό λόγο ή καταπιάνονται με ζητήματα πολύ γενικά και πολιτικά έντονα φορτισμένα, όπως η ειρήνη, η ανεργία και άλλα. Δεν τα θεωρώ ασήμαντα ζητήματα, κάθε άλλο, αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο ο Κωνσταντινίδης όταν καταπιάνεται μ αυτά χάνει αρκετά σε πρωτοτυπία, μοιάζει ν αφήνει στην άκρη την ανατροπή ή την έκπληξη στον στίχο, δείχνει να ασφυκτιά μέσα σε ποιητικές συμβάσεις, να αυτολογοκρίνεται σε τόλμη – την ίδια ώρα που λίγο παρακάτω αποδεικνύει πως διαθέτει το ταλέντο να δώσει στίχο φρέσκο, άλλοτε εσωτερικό, ψιθυριστό και άλλοτε ειρωνικό, με σαρκασμό καίριο. Με άλλα λόγια, πιστεύω πως ο ποιητής στέκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, είναι το ίδιο που αντιμετωπίσαμε όλοι κάποια στιγμή, ιδιαίτερα όσοι βιώσαμε τις αντιφάσεις και τα πνευματικά κίβδηλα της μεταπολίτευσης.
(φωτο από: εκδόσεις vakxikon.gr)
“Ευλύγιστες μελαγχολίες”, η τελευταία προς το παρόν συλλογή(φωτο από: εκδόσειςvakxikon.gr)
Πολλά από τα ποιήματα των  συλλογών που έχω στα χέρια μου είναι μικρά ξαφνιάσματα, δείχνουν ποιητική συνείδηση που αγωνιά, που πάσχει και κυρίως αντίληψη που μπορεί και απομονώνει την ουσία, για να την κλείσει έπειτα με επιτυχία σε ένα δίστιχο, σε ένα τετράστιχο, σε δυο στροφές – το λακωνικό και το στακάτο της ποίησής του λειτουργούν καίρια και λυτρωτικά. Πολλοί στίχοι αποτυπώνουν εξαιρετικά ένα τοπίο αστικής παρακμής, σε μερικές περιπτώσεις θυμίζουν εκείνη τη διαβρωτική υγρασία ενός αποχαυνωμένου θέρους, εικόνες από τους “Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας” – η ίδια ρουτίνα, το ίδιο κενό, η τελική ανυπαρξία. Αυτή η ποίηση διαθέτει τάλαντο και σε πολλούς στίχους μπορεί να αναγνωρίσει κανείς τον πρόδρομο ξεχωριστού ύφους, ακόμη και το ταλέντο μιας γλωσσοπλαστικής γραφής. Για την οριστική όμως απογείωση είναι ανάγκη να πέσουν οι άγκυρες του συμβατικού και κάποιων κλισέ που όλοι μας τα μάθαμε σαν θέσφατα, σαν εικόνες που δεν μπορούν να αποκαθηλωθούν. Έχω την αίσθηση πως ο Ντέμης Κωνσταντινίδης το γνωρίζει, – απλά το νοιώθει καθήκον του να μιλήσει και για κείνα που τρέχουν στην επικαιρότητα, την βάσανο του κόσμου. Ας το κάμει, δεν θάταν άλλωστε ποιητής εάν δεν μελαγχολούσε με την παρακμή της εποχής του. Αλλά έχει το ταλέντο να το κάμει διαφορετικά, σπάζοντας το κέλυφος, δουλεύοντας τις λέξεις, ανατρέποντας την καθιερωμένη ματιά. Τότε το ταλέντο του θα προβάλλει γυμνό και ανεπηρέαστο από την πεπατημένη και μπορεί να δώσει μικρά και μεγάλα διαμάντια. Από το σύνολο την μέχρι σήμερα ποιητικής του πιστεύω πως η «Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες» είναι η πιο ώριμη, εκείνη που μέσα της βρίσκει κανείς το σπέρμα μιας διαφορετικής γραφής, τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής ποίησης. Λίγο να αποφύγει τις ποιητικές ευκολίες, λίγο να αφήσει πίσω του έναν διδακτικό τόνο σε κάποια κείμενα και τότε θάχει περάσει οριστικά στη δική του όχθη, στο δικό του ύφος και θάχει μετουσιωθεί σε ποιητική συνείδηση σημαντική. Άλλωστε η φανερή του αγάπη για τους ποιητές του μεσοπολέμου, (κατά τη γνώμη μου η τελευταία γνήσια ποιητική γενιά πριν μας κατακλύσει ο κομφορμισμός της γενιάς του 30 στην πεζογραφία…), αποδεικνύει πως ξέρει καλά να διακρίνει την ποίηση την αιχμηρή, την ματωμένη, εκείνη που δεν αστειεύεται και δεν υπολογίζει τα καθιερωμένα, εκείνη που συγκρούεται με συστήματα και ομάδες αδιαφορώντας για το κόστος. Η καρυωτακική του επίσης «εκπαίδευση» (η προσήλωση δηλαδή σε στίχο καίριο, πυρηνικό, πολλές φορές με αδιαφορία για τεχνικές και φιλολογικές συμβάσεις…), φαίνεται πως μπορεί να δώσει πολύ όμορφα πεζά, το παραπάνω απόσπασμα το πιστεύω πολύ ελπιδοφόρο….
Το φωνάζω χρόνια τώρα, να στηρίζετε την ποίηση όσο μπορείτε, υπάρχουν φωνές ελπιδοφόρες που αν πάψουν να μιλούν η πνευματική φτώχεια που ήδη υπάρχει θα χειροτερέψει. Τις συλλογές του Ντέμη Κωνσταντινίδη μπορείτε να τις ψάξετε στα βιβλιοπωλεία, αλλά εάν τις βρείτε εξαντλημένες μπορείτε να επικοινωνήσετε άμεσα μαζί του στο demis_k@hotmail.com Είμαι βέβαιος πως θα χαρεί ιδιαίτερα, όπως άλλωστε και κάθε γνήσιος δημιουργός, να σας εξυπηρετήσει…
Το άρθρο, με επίκαιρες προσθήκες, βρίσκεται εδώ, στο ανανεωμένο ιστολόγιο του Μ. Τασάκου και των συνεργατών του.

*Η ιστοσελίδα θέλει να εκφράσει θερμές ευχαριστίες στον κ. M. Taσάκο (http://tasakos.com), για την έντιμη, εις βάθος παρουσίαση, καθώς και για την άμεση ανταπόκρισή του.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

του κόσμου

με κανέναν άγνωστο

η συγγραφέας

ο διαβαίνων