σύλλογος νέων και αδημόνων...

Πολλά μπορεί κανείς να επισημάνει για τη σωρεία ποιητικών συλλογών, που γράφονται, εκδίδονται και προωθούνται στον τόπο μας αυτόν τον καιρό. Πρόκειται για τρεις διαφορετικές, και -φυσιολογικά- διαδοχικές πράξεις, τρία απαραίτητα επίπεδα προς το ανεπίστρεπτο του μοιράσματος, της δημόσιας θέσης, της δημοσιοποίησης (ας το έχουμε κατά νου). Οπωσδήποτε, υπάρχουν και άλλα ενδιάμεσα, κρίσιμα και αναπόσπαστα στάδια, που άπτονται της αφαίρεσης, της τελικής επιλογής, της διόρθωσης, της επιμέλειας, του σχεδιασμού κ.ά., στα οποία δε γεννάται λόγος να επεκταθούμε εδώ.

Κάθε μία από αυτές τις βαθμίδες (ας τις ονομάσουμε έτσι), μικρή ή μεγάλη, έχει τη σημασία της, κι ίσως αποτελεί κοινοτοπία, ότι σημαντικότερη όλων είναι η πρώτη, η πρωταρχική πράξη της γραφής, χωρίς την οποία οι υπόλοιπες δεν υφίστανται. Φαντάζεται κανείς, επίσης, ότι η κλίμακα που οικοδομείται, έχει -πολύ λογικά- πορεία ανοδική, ανάλογα με την αξία του έργου, που προκύπτει ως συνάρτηση του (προαπαιτούμενου) κόπου, της έμπνευσης, της μαστοριάς, της επιμονής και υπομονής του δημιουργού του, μα κυρίως του πανδαμάτορα χρόνου.

Στην πραγματικότητα, η σειρά που εξετάζουμε, στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και των ψηφιακών μέσων, των πάσης φύσης λογοτεχνικών σεμιναρίων και βραβείων, έχει προ πολλού ανατραπεί, όχι -φευ- ως αποτέλεσμα του “εκδημοκρατισμού” και του ελεύθερου βήματος που το διαδίκτυο προσφέρει. Δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις όπου ένα λογοτεχνικό έργο, μια ποιητική συλλογή εν προκειμένω, χαίρει ενός καλά υπολογισμένου μηχανισμού δικτύων προώθησης, προτού καν ξεκινήσει το εκδοτικό της ταξίδι. Ακόμη και μελοποίηση ποιημάτων ανέκδοτης συλλογής έχουμε θαυμάσει, στο πρόσφατο παρελθόν, από γνωστούς και καταξιωμένους καλλιτέχνες.

Αλλά, βέβαια, δεν μπορεί κανείς να μην αναφερθεί και στις τόσες προδημοσιεύσεις, που λαμβάνουν χώρα στον αχανή ψηφιακό κόσμο (το ελληνικό δαιμόνιο περίπου κατάφερε να τον φέρει κι αυτόν στα μέτρα του!). Τελευταίως, παρακολουθούμε την ενθουσιώδη υποδοχή έργων πριν καν διαβαστούν, πριν διαμοιραστούν ή πωληθούν και κυκλοφορήσουν... Οι κρίσεις φαντάζουν εύκολες και ανώδυνες, όσο το πάτημα ενός like στην ακόρεστη δίψα -νέων, κι όχι μόνο- δημιουργών για εύκολη αναγνώριση. Τα σχόλια, συνήθως επιπόλαια, επιφανειακά, δεν αποτολμούν να δυσαρεστήσουν.

Ως τελευταίο ανάχωμα σε αυτή τη φρενίτιδα, θα μπορούσαν θεωρητικά να λειτουργήσουν οι κριτικοί της λογοτεχνίας, με έντιμες, ευθύβολες, καλά τεκμηριωμένες απόψεις από τη μοναξιά του υπογείου τους, όπως παραστατικά το θέτει ο Μ. Τασάκος (tasakos.gr/χίμαιρα). Κι εδώ, όμως, διαπιστώνεται το νοσηρό φαινόμενο κριτικών κατά παραγγελία (ενίοτε και με το αζημίωτο), μέσα από ευρύχωρα κανάλια διαπλοκής, όχι κατ’ ανάγκη διαφορετικά από εκείνα της πολιτικής. Υπακούν κι αυτά σε άγραφους κανόνες (λαϊκιστί, της πιάτσας), και συντηρούνται, πρωτίστως, από ισχυρά εκδοτικά συμφέροντα. Σωρευτικά κι υπομονετικά, πλάθουν πρόχειρα, εύπεπτα, αλλά κυρίως εξυπηρετικά αφηγήματα περί ποιοτικής λογοτεχνίας, ενώ παράλληλα διαμορφώνουν στερεοτυπικά αισθητικά κριτήρια, κρατώντας και το φρούτο και το μαχαίρι.

Σε αυτό το ιδιότυπο χρηματιστήριο φήμης, το βάρος που δίνει ένας νέος ποιητής στην πρωταρχική βαθμίδα, εκείνη της γραφής (ακόμη και αν πρόκειται για πράγματι ταλαντούχο και “πολλά υποσχόμενο”), διαπιστώνει αρκετά νωρίς πως δεν τον εξασφαλίζει. Το σκαλοπάτι δεν δείχνει αρκετά στέρεο... Μήπως, τότε, αποτελεί ένα είδος εγγύησης η επόμενη βαθμίδα, η έκδοση με όλη της την προεργασία: την αυστηρή επιλογή των ποιημάτων, την ιδιαίτερη επιμέλεια, την προσεγμένη αισθητική κλπ.; Όχι εξίσου!

Σε ένα κυνικό τοπίο ανάδειξης ή υπονόμευσης, πάσει θυσία, εντός του οποίου ο κώδικας επιβίωσης υπαγορεύεται από την ικανότερη διαχείριση δημοσίων σχέσεων-σύνθετων ισορροπιών, κι όπου ελάχιστοι είναι πλέον οι πραγματικοί αναγνώστες, ο νέος δημιουργός εννοεί πως πρέπει να ξεκινήσει απευθείας από την τρίτη βαθμίδα, εκείνη της προώθησης. Όπως είναι ευνόητο, η όποια κλίση του στους -συχνά ανορθόδοξους- δαιδαλώδεις ελιγμούς που απαιτεί το ιδιαίτερο αυτό πεδίο, πόρρω απέχει από την ουσιαστική πράξη της δημιουργίας.

Μοιάζει παράδοξο, εντούτοις, όλο και περισσότερο στις μέρες μας, επιλέγει ακριβώς αυτό, ως πρώτο και σίγουρο σκαλοπάτι για την άνοδο. Προηγουμένως, βέβαια, έχει πείσει τον εαυτό του, κι έχει προλάβει να πειστεί από την “ασφαλή”, κολακευτική του ομήγυρη, για το αχρείαστο, το παραπληρωματικό, έστω, όλων των προηγουμένων. Έχει προλάβει να εμπεδώσει το διασκελισμό...
Ντέμης Κωνσταντινίδης, 17/11/2016, Linkedin

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

του κόσμου

με κανέναν άγνωστο

η συγγραφέας

ο διαβαίνων