παράδοση


Θυμάμαι κάποιον Οκτώβρη που έβγαλε πολύ κρύο. Μ’ ένα μαύρο ζιβάγκο κατέβαινα βιαστικά τα Πανεπιστήμια, περνώντας δίπλα από τ’ Αστεροσκοπείο. Ριπές κρύου πρωινού αέρα συνόδευαν τα βήματά μου. Πίσω απ’ τα δέντρα, δυο τρεις σκυφτές φασματικές φιγούρες κανόνιζαν τη δόση τους. Με αντιλήφθηκαν. Η μια κινήθηκε απειλητικά και με πλησίασε, με θολό βλέμμα και τη σύριγγα προτεταμένη στο ύψος του προσώπου. Προσποιήθηκα πως ψάχνω στις τσέπες μου, αμίλητος και τρομαγμένος. Ψέλλιζε αργόσυρτες, μπερδεμένες κουβέντες... Έκανε να βήξει. Το ’βαλα στα πόδια αστραπιαία. Όταν δεν μπορούσε πια να με προφτάσει, σταμάτησα αλαφιασμένος.
Μπροστά μου, γεμάτο πανό κι αφίσες φοιτητικών παρατάξεων, το «νέο» κτίριο της Φιλοσοφικής. Στην 112 τα φώτα ήταν κλειστά. Έβλεπαν slights εδώ και κάμποση ώρα, και μια μακριά σκιά σχολίαζε σ’ ένα μονότονο τέμπο. Έκλεισα αθόρυβα την πόρτα πίσω μου. Στα τυφλά, βρήκα μια θέση στην άκρη της γαλαρίας και κάθισα μαλακά. Δίπλα, γυρτός ο Βάιος, με το κεφάλι στις παλάμες: «Άργησες, ρε μαλάκα», είπε, «και ψιλοκοιμήθηκα...». Ξαφνικά τα φώτα άνοιξαν. Η Τασούλα, στο μπροστινό μας έδρανο, λυμένη σε πνιχτά γέλια. «Άντε, μετά στο υπόγειο για καφέ!», ψιθύρισα.


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

του κόσμου

με κανέναν άγνωστο

η συγγραφέας