vakxikon# 23

Οι μηδενιστές: Γ. Σουρής-Κ. Καρυωτάκης

Έλα εαυτέ μου, μια φορά και συ
όμορφη να εύρεις τούτη μας τη σφαίρα,
κόσμοι εμπροστά σου ας φανούν χρυσοί,
και αυτή τη νύκτα βλέπε για ημέρα [...]
Δες κι εσύ τον κόσμο μια φορά καλό [...]
Τους πενθίμους στίχους ξέσχισε και κάψε.

Γ. Σουρής, Εις τον εαυτόν μου


Ο Γ. Σουρής και ο Κ. Καρυωτάκης αντίκρισαν την πραγματικότητα από την ίδια όχθη. Εκκινούν και οι δύο, ως γνήσιοι ρεαλιστές, από απαισιόδοξη στάση για τα πράγματα (το επεισόδιο ανταλλαγής επιστολών Καρυωτάκη - Ελληνικών Γραμμάτων, με αφορμή την αρνητική κριτική του Β. Ρώτα, είναι διαφωτιστικό), ακολουθώντας διαφορετικές υφές και εντάσεις στην παλέτα των εκφραστικών τους μέσων, αναδεικνύοντας διαφορετικούς φωτισμούς...

Η γλώσσα που επέλεξαν είναι μικτή, με περισσότερους καθαρευουσιάνικους τύπους εκείνη του Σουρή, που εξυπηρετούν την πλούσια κι εξεζητημένη ομοιοκαταληξία, πιο λειτουργική κι απελευθερωμένη, πλησιέστερη προς την καθομιλουμένη, η γλώσσα του Καρυωτάκη.

Τόσο στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, όσο και σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων, το περιβάλλον απ' όπου άντλησαν την πρωτοπόρα θεματολογία τους  -π.χ. ο Σούρης θίγει χιουμοριστικά το ζήτημα της μετεμψύχωσης, της συμπαντικής δημιουργίας, ακόμη και της εξέλιξης του ανθρώπου, δηλαδή της (υπαρξιακής) αναζήτησης νοήματος, που υποφώσκει στο καρυωτακικό έργο- ήταν όχι απλά πληκτικό και χαμηλότερο των προσδοκιών και της ευφυίας τους, αλλά απελπιστικό και ανυπόφορο (ελεύθερη η αναγωγή στο σήμερα).

Η ποιητική τους ιδιοσυγκρασία προδίδει φύσεις ανήσυχες, διερευνητικές (με εντυπωσιακή ενημέρωση για σύγχρονές τους επιστημονικές θεωρίες και επιτεύγματα και ουμανιστική παιδεία), που δεν αρκούνταν στο επιφανειακό φαίνεσθαι, αλλά επιζητούσαν το βαθύτερο είναι, έχοντας, όμως, επίγνωση της ματαιότητας και του ακατόρθωτου (βλ. π.χ. το πεζό Ονειροπόλος του Καρυωτάκη). Και δι' αυτό κι εκείνο να στέκεις αμφιβάλλων, προτρέπει ο Σουρής, που -αλλού- μας διαβεβαιώνει πως τίποτε άλλο δεν μαθαίνουμε σ' αυτή τη ζήση (sic) -παρόλες τις σπουδές μας, παρά ότι ζούμε για να πεθάνουμε. Κι ακόμη: Κάποιος κόμπος θ' απομένει που ποτέ δε θα τον λύσω. Στίχοι να γίνουν μόνο κι αρκούμαι εις αυτό, αγωνιά. Δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, προσυπογράφει ο Καρυωτάκης, και θα 'ναι πάντα ονειρευτή / η ώρα με τ' αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου. (Επιστροφή).

Το 1919, ο Σουρής, πληθωρικός στη συγγραφή, αναγνωρισμένος από την πλειοψηφία των ομοτέχνων του (1) και εξαιρετικά δημοφιλής (σήμερα αντιμετωπίζεται ως ένας πηγαίος κωμικογράφος, ένας σατιρικός στιχοπλόκος του καιρού του), παραδίδει το μοναδικά ανατρεπτικό του πνεύμα, έχοντας προλάβει να αμφισβητήσει τα πάντα και τους πάντες... μέχρι τον ίδιο του τον εαυτό (2). Την ίδια χρονιά εκδίδεται Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων από έναν άλλο αμφισβητία, κρίσιμο μα υποτιμημένο για δεκαετίες, περισσότερο εσωτερικό και χαμηλόφωνο: μάτια, χεράκια, στόματα ιστορήστε μου / τον πόνο κάποιας ώρας, κάποιου τόπου / μάτια, χεράκια, στόματα ιστορήστε μου / τον πόνο των Πραμάτων και του Ανθρώπου. (Θάνατοι).

Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ότι ο Κώστας Καρυωτάκης δεν εντρύφησε στο ποιητικό πνεύμα του Σουρή. Πως δεν αφομοίωσε δημιουργικά τη λογική του προβληματισμού του για τα κακώς κείμενα, τις μεγαλοστομίες και τα αδιέξοδα της εποχής του, που βρίσκει διαρκώς μπροστά του στη διάρκεια της δημοσιουπαλληλικής του καριέρας (χαρακτηριστική είναι η αναδημοσίευση στίχων του ποιητή στη Γάμπα, το νεανικό εκδοτικό εγχείρημα της παρέας του Καρυωτάκη, που μάλιστα λογοκρίθηκαν). Μοιράζεται ανάλογα αντιφατικά και έντονα συναισθήματα για το γυναικείο φύλο, σατιρίζοντας αμείλικτα τους υποκριτικούς τύπους, το στείρο καλούπι των ανθρώπινων συμβάσεων (3), προχωρώντας την κριτική του σε μεγαλύτερο βάθος. Ακόμα κι η αυτοκτονία, ως έξοδος και έσχατη λύση του βίου, δεν ξεφεύγει από τα πυρά των δύο ποιητών, αναγνωρίζοντας εντούτοις κάποια ακεραιότητα και, φυσικά, το απαιτούμενο σθένος σε όσους την αποτόλμησαν (4).

Πρόκειται, κατά βάση, για μηδενιστές. Όσο κι αν στην εποχή μας γίνεται μνεία μόνο στον κοινωνικοπολιτικό Σουρή (5) -τον σπαρταριστά επίκαιρο, αν και ξεχασμένο, μετά έναν αιώνα- το μότο του Καρυωτάκη, με το μηδέν και το άπειρο να συμφιλιωθούμε, αναφέρεται στην ίδια, επίζηλον Εδέμ του μηδενός του, θα μπορούσε δε κάλλιστα να λειτουργήσει ως τίτλος στο παρακάτω αυτοτελές απόσπασμα από τον Φασουλή φιλόσοφο:

Μηδέ πιλάφια ειν’ εδώ κι αγγέλων πανηγύρεις,
μηδέ πολυγαμία…
εκεί Μηδέν αιώνιον, μακαριότης πλήρης,
κι ανταμοιβή καμμία.
Με μαρτυρίου στέφανον την κεφαλήν δεν στέφεις
κι αν όντως μάρτυς ήσο…
χωρίς ελπίδ’ ανταμοιβής και πάλιν επιστρέφεις
εις το Μηδέν οπίσω.
Εις τούτον τον Παράδεισον της ιεράς σιγής,
οπού τελείως θνήσκεις,
παντός δικαίου αληθούς και μάρτυρος της γης
το Πάνθεον ευρίσκεις.
Εις τούτον τον Παράδεισον, που δεν σε περιμένει
ουδέποτε τρυφή,
χωρίς χυδαία όνειρα κοιμούνται κουρασμένοι
οι αληθώς σοφοί.

Κλείνουμε  -νομίζουμε, καθώς ταιριάζει σε εκείνους που μέσα τους υπάρχει ένας πληθωρικός πόθος ζωής, μια μεστή αίσθηση της πραγματικότητας και, από την άλλη μεριά, η αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, όπως λέει ο Λ. Πολίτης (για τον Καρυωτάκη) (6) - με την παραδοχή του Παλαμά (7) ότι η ποίηση (του Σουρή) είναι εξόχως αληθής, εμπνεομένη εκ της πραγματικότητος [...] Η ειλικρίνεια δε του ποιητού εκδηλούται φυσικώτατα εν αυτώ τω ανθρώπω.

Σήμερα, το ευρύ κοινό μπορεί να αδιαφορεί για την ποίηση και να βλέπει με κάποια συγκατάβαση τον ποιητή, ακόμα και τον συγγραφέα, ωστόσο οι μοναχικοί αυτοί πρίγκηπες του πνεύματος, δεν έπαψαν ποτέ να προχωρούν τον τραγικό ενίοτε δρόμο τους, με τη δίκαιη λύρα στον ώμο, παίρνοντας την αδιαφορία του κόσμου ή την ειρωνεία για στέφανο εγκωμίων και για μακαρισμό του προσώπου και του έργου τους (8).


Σημειώσεις
1. Για την κριτική στο έργο του γράφει, μεταξύ άλλων: Εις ένα κι άλλο μέρος  με στόμφο θα σας κρίνουν / εδώ θα σας τρομάζουν, θα σας πετούν εκεί / τι σχόλια και κρίσεις επάνω σας θα γίνουν / και τι δε θα σας ψάλλουν καμπόσοι κριτικοί, κι ακόμη: Η κριτική ας φτύσει / το κάθε μου βιβλίο / κι ο κόσμος ας μη στήσει / σ' εμένα Μαυσωλείο, ή επίσης: -Τι άπατρις, τι κρύα, τι κομπορρήμων Μούσα! / Πώς βλέπουν έναν τέτοιο προδότη αναιδή; / δεν ψάλλει τα τσαπράζια, τη λεβεντιά του Τούσα / το παν εξευτελίζει, τα πάντα παρωδεί. -Αυτά θ' ακούτε κι άλλα, ω στίχοι μου καημένοι... / θα σας υμνεί εκείνος, αυτός θα σας οικτίρει / ίσως ποτέ η δόξα με άνθη θα σας ραίνει / μα ίσως και τυλίξουν με σας... τουλουμοτύρι. (Γεώργιος Σουρής, Άπαντα τα καλύτερα, Εκδοτική Θεσσαλονίκης 2002). Με τις κουδουνιστές του ρίμες και την παιγνιδιάρικη στιχουργία του διασκέδαζε τους αναγνώστες, αναφέρει ο Γ. Κορδάτος, δίνοντας έμφαση σε μια όχι και τόσο -καθαρά- ποιητική διάσταση, ενώ αυστηρότατη κριτική του ασκεί ο Γ. Ψυχάρης, αμφισβητώντας την ποιητική του ιδιότητα και υποβιβάζοντάς τον στο επίπεδο του στιχουργού (βλ. το εξαιρετικό κείμενο του Ν. Σαραντάκου: http://www.sarantakos.com/sourhs_mall.html). Είναι λίαν αμφίβολον αν θα δύνανται να κατανοηθώσι και να τιμηθώσι προσηκόντως υπό των επελευσομένων, σημειώνει επαινετικά για τους στίχους του Σουρή ο Παλαμάς.
2. Ήδη από κριτικούς εκείνης της εποχής (Καραντώνης) αμφισβητείται η ποιητική ιδιότητα του Σουρή και του καταλογίζεται ρηχότητα και πολιτική ίσων αποστάσεων, ως προς τις προσεγγίσεις των θεμάτων του. Η ίδια, αυστηρή κατά τη γνώμη μας, άποψη φαίνεται να υιοθετείται σήμερα (βλ. Εποχές και Συγγραφείς, Γεώργιος Σουρής, Αρχείο της ΕΡΤ), χωρίς να του αναγνωρίζεται -έστω- το υψηλό (και δύσκολο) προσόν της αυτοειρωνείας, που επίσης είναι εμφανές ότι διέθετε ο Καρυωτάκης.
3. Βλ., για παράδειγμα, τους στίχους: Ω πονηροί απόγονοι της παμπονήρου Έυας / σπανίως οι σοφοί για σας ωμίλησαν με σέβας / κι αυτή του Σοπεγχάουερ και η δική μου γλώσσα / εξήμεσ' εναντίον σας κακά μυρία όσα. Αλλ' όσα είπαν οι σοφοί εξώλης και προώλης / σεις, δαίμονες του πονηρού, αν κινηθείτε μόλις / αμέσως τ' ανατρέπετε με μόνον το ριπίδι σας / και κάθε Σοπεγχάουερ τον κάνετε σκουπίδι σας., σε σύγκριση με το ποίημα Αποστροφή, από το Ελεγεία και Σάτιρες. Σχετ.: Μαρίνα Κοτζαμάνη, Αριστοφάνης, ο σύγχρονος μας: η θαυμαστή ιστορία της Χειραφετήσεως του Γεωργίου Σουρή, εχθρού των γυναικών, Τα Ιστορικά, Τόμος 14, Τεύχος 26, Ιούνιος 1997.
4. Συγκρίνουμε ενδεικτικά τους στίχους: Θεέ μου, τι κόσμος!.. πολλάκις το είπα... / μου πίνει το αίμα κι ο ψύλλος κι η σκνίπα / και όμως δεν έχω ποτέ μου το θάρρος / να ρίψω μακράν μου του βίου το βάρος. Το είπα... η πλήξις την πλήξιν μου φέρει..., του Σουρή και Οι ορίζοντες θα μ' έχουν πνίξει. / Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη / αγώνες για το ψωμί και το αλάτι/έρωτες, πλήξη., του Καρυωτάκη, καθώς και τα ποιήματα Αυτοκτονία, του πρώτου και Ιδανικοί αυτόχειρες, του δεύτερου.
5. Βλ. http://el.wikipedia.org/wiki/Ο_Ρωμηός (όπου & links περιοδικών), http://www.sarantakos.com/liter/souris.html και http://xantho.lis.upatras.gr/pleias/index.php/rwmios
6. Λ. Πολίτης, Ιστορία της νεοελλληνικής λογοτεχνίας, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1978 (απόσπασμα από την αναφορά στον Καρυωτάκη). Βλ. επίσης: Ντουνιά, Χριστίνα, Κ. Γ. Καρυωτάκης - Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000, καθώς και τις εκδόσεις των Απάντων του.
7. Ο Καρυωτάκης ήταν ο μείζων ελλάσσων ποιητής του μεσοπολέμου κατά τον Παλαμά, κύριο εκπρόσωπο μιας απερχόμενης γενιάς, που αδυνατεί να καταλάβει τον μοντερνισμό του.
8. Στέλιος Συρμόγλου, Μην πυροβολείτε τους ποιητές και τους συγγραφείς…, 19 Απριλίου 2013, http://freepen.gr 





Έντγκαρ Άλαν Πόε: Όνειρο μέσα σ' όνειρο

Μετάφραση: Ντέμης Κωνσταντινίδης



Στον Edgar

Tις ώρες που η βροχή αγριεύει
Βλέπω ένα χέρι να σαλεύει
Σαν ίσκιος απ' τη φαντασία
Μια στοιχειωμένη αμαρτία...



Φαίνεται κάτι να κραδαίνει
Στην καταχνιά να ξεμακραίνει
Κι αυτό το κάτι είναι δικό μου
Ξεριζωμένο απ' το εγώ μου...



Στη μετάφραση ενός πρωτοπόρου ρομαντικού, ενός τόσο ξεχωριστού και επιδραστικού δημιουργού όπως ο Έ. Α. Πόε, η πιστή απόδοση των πυκνών νοημάτων του λόγου του, η -κατά το δυνατό- διατήρηση της μουσικότητας και του ρυθμού του στίχου, που αποτελούν συστατικά στοιχεία της ποιητικής του ατμόσφαιρας, συνθέτουν απαιτητικά ζητούμενα. Η ομοιοκαταληξία, όπως έλεγε και ο Αναγνωστάκης, μπορεί για κάποιους να φαντάζει περιοριστική, ίσως και ανυπέρβλητη. Για άλλους, πάλι, λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα: απελευθερωτικά, λυτρωτικά (με τον παράγοντα της τυχαιότητας πανταχού παρόντα). Ασφαλώς, συγκαταλέγομαι στους τελευταίους. Είναι κι ο λόγος, που -επιχειρώντας με δέος αυτή την προσαρμογή- προσπάθησα να μην τραυματίσω τη δοσμένη μαγεία της εικόνας. Προσπάθησα να ονειρευτώ, παραμένοντας μέσα στο όνειρο.


Όνειρο μέσα σ' όνειρο

Άσε με γλυκά στο μέτωπο να σε φιλήσω.
Τώρα, καθώς χωρίζουμε, θα στ' ομολογήσω:
Άδικο δεν είχες πως οι μέρες μου υπήρξαν
Ένα όνειρο!
Μα, αν φτερούγισε μακριά η ελπίδα
Σε μια νύχτα ή σε μια μέρα
Σ' ένα όραμα ή σε κανένα...
Είναι λιγότερο γι' αυτό χαμένη;

Όλα όσα βλέπουμε ή φαινόμαστε
Όνειρο σ' ό,τι ονειρευόμαστε!

Μπροστά στη βουερή
Και κυματοδαρμένη ακτή
Στέκομαι σφίγγοντας στη χούφτα μου
Κόκκους της χρυσαφένιας άμμου.
Ελάχιστοι! Κι όμως γλιστρούν
Από τα δάχτυλα ως την άβυσσο...
Και κλαίω, κλαίω ως τον παράδεισο!
Θεέ μου! Να τους κρατήσω λίγο πιο σφιχτά;
Έναν να σώσω απ' τα σκληρά τα κύματα!

Ω, μα όσα βλέπουμε ή φαινόμαστε
Όνειρο σ' ό,τι ονειρευόμαστε;

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

του κόσμου

με κανέναν άγνωστο

η συγγραφέας