Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2015

ερήμην

Τι θα μπορεί τότε να πει τ' άψυχο σώμα μας απ' τη ζωηρή φωτοπλημμύρα το οργιαστικό βουητό το πάρε-δώσε τ' ανεξάντλητο που ολόγυρά μας θα συμβαίνει... ερήμην;

πρόμαχοι

Σκληρή, μα έτσι σκυταλοδρομεί
η Ιστορία.
Φθίνουν οι ήχοι των αποχαιρετισμών.

Κάτω απ' τα τσίνορα
πλέει ανονείρευτα
το τσούρμο των ανοίκειων νεκρών.

πλήθη

Καθένας εμπορεύεται ένα μύθο.
Προσφέρονται! Υπάρχει ζήτηση.
Όμως εσύ δεν έχεις να πουλήσεις.
Βλέπεις, σου λείπει εκείνη η μαεστρία...
Όσο κι αν θέλουν να εξαπατηθούν εναγωνίως,
Εσύ αδίκως ήρθες στο παζάρι.

χωρίς τίτλο

Οθόνη πάλι ασπρόμαυρη―
χάλασαν τη μικροφωνική στη Φαραντούρη. Το απόγευμα οι νεκροί κάτι μουρμούρισαν μα τα τραγούδια―μέρα επετείου σκέπασαν τη φωνή τους και τα λουλούδια ανελέητα  τους έπνιξαν.

μεταμφιεσμένα

Όλα μεταμφιεσμένα απόψε
γέρνουν στη σιωπή.

του κόσμου

Αστικές φιλανθρωπίες
από απαστράπτουσες κυρίες
μ' άσπρα σκονάκια
κι -απαραιτήτως- ευαισθησίες...

Θα ήταν παράλειψη, τω όντι—
Ομόθυμα, λοιπόν, και αδιακρίτως:
"Για τα ωραία καθρεφτάκια, ευχαριστίες!"

περικοπή

Μακάριοι, λέω, οι τρώγοντες και οι πίνοντες
Οι εκλεκτοί, οι τελευταίοι εναπομείναντες...
Ποιος πλέον μετρά στο πέλαγος ναυάγια
Από λιμούς, από σεισμούς και όπλα "άγια";

αιχμαλωσία

Όσο φλυαρούν για capitals και "αξίες",
αυτός ταιριάζει ομοιοκαταληξίες.

Γάτος τυφλός, εμμονικός με την ουρά του,
ψάχνει δαγκώνοντας τ' αόρατα δεσμά του.

νηπενθές

Να ΄χουμε, λες παράφορα, πεθάνει
Αλλά η ψυχή να νοσταλγεί
Κι επιστροφές να κάνει

Στα όνειρα όσων μας θυμούνται
Όταν στης νύχτας το προσκέφαλο
Κοιμούνται...

followers

Πανάρχαιοι φόβοι τα αθέατα των υπονόμων τρωκτικά
βήμα το βήμα αφουγκράζονται πανηγυρικά τη φθορά μας.

βιο-γραφικό

Γεννηθήκαμε.
Περίπου αφελώς...
ενηλικιωθήκαμε.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια-
προσγειωθήκαμε.
Ατάιστα σκυλιά
έμειναν πίσω μας
οι ουτοπίες.

Ναι, ασφαλώς!
Έχει μια κάποια γνώση
η απόγνωση.

22/10/2015 Bibliotheque

πρωινό

Γράφεται κάπως έτσι η Ιστορία
Εσύ όμως θες να βαυκαλίζεσαι
Προσηλωμένος στην αφετηρία
Ενώ ήδη εντός σου τερματίζεσαι.

παρατήρηση

Μικρή αράχνη
φτύνει άσπρο νήμα κι από ξερό κλαδί  κρεμιέται
ολοένα πλέκοντας  υπομονετικά ακτινωτά δεσμά.

διασταύρωση

Μέχρι το 2050
αισίως θα 'χουμε γίνει
αγχωμένοι πακετάδες
μπουγατσάδες
υπάλληλοι κομμωτηρίου
μασάζ κατ' οίκον
και παντός είδους σέρβις.
Θα 'χουμε διευρύνει
τους ορίζοντές μας:
Πωλητές, διανομείς φυλλαδίων
και εργολάβοι τελετών.

18/11/2015 Bibliotheque

τοπίο

Σκούριασε μέσα μου
ο λόφος των δακρύων.
Και προχωρώ
γυμνό θηλαστικό
μα όχι άνθρωπος.

από μνήμης

Το χαρτί της βεβαίωσης
δίπλα σ' εκείνα των σεμιναρίων
και των πτυχίων
πιστοποιεί πως εξακολουθείς
να είσαι άνεργος άνευ επιδοτήσεως.

Μέχρι νεωτέρας
"για την ακρίβεια των στοιχείων"
όπισθεν της αιτήσεως
"Σελίδα 2 από 2"
υπάρχει χώρος για κρεμάλα.

30/5/2017 Ποιείν

στιγμιαίο

Χοντρές σταγόνες
Ποτισμένα χωράφια
Μέχρι το κύμα.

Απόψ' ο καιρός
Άλλαξε απότομα
Σε φθινόπωρο.

μεταμεσονύχτιο

Στο ιδρωμένο σέικερ
φλούδες γαλαξιών
πάγοι βουνοκορφές
θεοί ξυπόλυτοι, φωτιές
θάλασσες άβυσσοι-χοάνες
όστρακα σκόνη,
           σ κ ό ν η...
ηλιακά συστήματα
απαράλλαχτες ερημιές
αναδεύονται
           από κτίσεως.

Κι εσύ πιωμένη, απόμερη
στην άκρη ενός μπαρ
ακόμη να μη δίνεις σημασία.

της Ξανθίππης

"Για να ορθοποδήσει η αγορά
χρειάζονται θυσίες!"
Τρεις γέροι λύκοι
Κι ένα μαύρο πρόβατο
Διαβουλεύονταν δημοκρατικά
Πριν το βραδινό.

χαλικόδρομος

Νυχτερίδες, γρύλοι
Σκονισμένα λιόδεντρα

Στο τυφλό σκοτάδι
Διαβάτης σκαντζόχοιρος
Σαλεύει τα χόρτα.

Κάθε βράδι
Τα μικρά σου χρόνια
Τραβούν προς τη θάλασσα.

παρακαλεστικό

Στα πόδια μου ένα γατί
Το πρώτο ι νύσταξε
Πάει να κοιμηθεί…
Κι αυτό το αχόρταγο
Ακόμα μου ζητά
Να το ταΐσω.

2/9/2015 To Κόσκινο

ενύπνιο

Δεν σε κατατρώει πλέον
Κανένα άγχος.
Καμία τύψη
Δεν σε βασανίζει.
Αναλόγως των περιστάσεων
Λειτούργησες το κατά δύναμιν.
Σ' έναν κόσμο τυφλών
Υπήρξες, έστω, ο μονόφθαλμος.

απενεργο-ποίηση

Στην πιο κρίσιμη μοναξιά
"Η μπαταρία σας είναι χαμηλή"
Μωρό πρόσφυγας ο χρόνος
                      παγώνει
Αλλά φωνή καμιά
Από το σιδερόφρακτο παράθυρο.

περιστροφή

Μασά ταινία
Βουβό κασετόφωνο
Από τα νιάτα.

μας νανουρίζουν

Ξαπλωμένους 
Μας νανουρίζουν
Του πλυντηρίου
Τα κύματα...

Πιάτα βαρκούλες
Αρμενίζουν·
Νωρίς ακόμη
Για ξυπνήματα.

απόψε

Απόψε που δεν είχε καταλύματα
Και ψήλωνε η καταιγίδα
Διάλεξε τα φτωχά μου τα ποιήματα
Κρυψώνα μια πυγολαμπίδα.

Καύτρα τρεμόσβηστη στο μισοσκόταδο
Πετάρισε ένα-δυο λεπτά.
Σε αυτόν τον κάμπο τον αχόρταγο
Κι άλλα έντομα παίρνουν σειρά...

ανεμιστήρας

Ανεμιστήρα εσύ
Φθαρμένη έλικα
Μόνη κατάντικρυ
Σ' ακίνητον αέρα.

τίποτα

Τίποτα δε μας απομένει
Μόνο να φύγουμε μακριά
Πέρα απ' του κόσμου τα δεσμά·
Και πριν ήμαστε πεθαμένοι...

 21 Ιουλίου

πυρπόλησε

Πυρπόλησε τη λαγκαδιά
Το μεσημέρι

Όαση η άσφαλτος
Νερό απλώνει

Ξάφνου λωρίδα―
Ξασπρό ακρογιάλι.

έγινα εν τέλει

Έγινα εν τέλει μηρυκαστικό
Αναμασώ τα ίδια και τα ίδια
Από τα πόδια φτάνουν στο λαιμό
Και σε θανάσιμο εναγκαλισμό
Με ζώνουν γύρω οι στίχοι μου σα φίδια.

ρήσεις

Ρήσεις σοφές!
Ακίνδυνες φιλοφρονήσεις
Μόλις και μετά βίας γραφή
Τυφλότητα γεμάτη πάθος-
Άτεχνο μιζέριας σκυλολόι
Ταξινομημένο κατά γλώσσα...
Ποιητής όμως, αν αυτό δηλώνεις
Όλα κι όλα!

σφήκες

Σφήκες δροσίζονται στ' απόνερα
Των κλιματιστικών.
Όλο το ποίημα ξεκινά
Από μιαν εικόνα...

εκείνο

Εκείνο το μακρύ μακρύ απόγεμα
Σκάρωσε, ίσως, το καλύτερό του Με ούτ' ένα, ωστόσο, παραλήπτη Πόσο μεγάλη, εντίμως, διαφορά;
Έτσι κι αλλιώς, πάντοτε μίλαγε απλά Ποτέ δε γύρεψε προνόμιο απ' τη Μούσα Που 'λαχε λίγο να συναπαντήσει...

ανταλλακτήριο

Γραφιάδες τούνελ
Λήθης διαβαίνουν
Ισχνές μόνο αράδες
Πίσω μένουν.
Μα κανείς, Θε μου!
Κανείς δεν πληρώνει
Το αντίτιμο.

γιατί κρατάς;

Γιατί κρατάς τα περιττά;
Nα φτιάξεις, λες, ένα καράβι
Να σφάξεις έναν κόκορα μετά.

Πρίμα στο πέλαο πανιά
Ζεστός νοτιάς να λούζει χάδι
Το μέτωπο και τ' αρμυρά μαλλιά.

καταδεκτικό

Κοντόθωρε μικροαστέ, κομήτη
Που μ' έμαθες συλλαβιστά
Και με την τρίτη!

Εγώ, σε διάλειμμα καφέ
Θα σου απονείμω πατρικά
Τίτλο πλανήτη...

Την έβδομη απ' τις επτά
Είχα ν' ασχοληθώ, μπορεί
Και με σημαντικότερα

Μα έχω μπροστά
Τ' άπειρο αργότερα...

ανάμεσα

Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Μην κάνεις πια τον κόπο να διαλέξεις. -Βράζει το πέρασμα, ανάσα ακίνητη Ομίχλη πηχτή, κραυγή γοερή!- Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη Όσο σου γράφει, κοίτα να επιπλεύσεις.

κι όμως

Κι όμως μπορεί, γιατί πιστεύει
Βουνά πελώρια να υποτάξει Να ημερέψει άγριες θάλασσες! -Όχι φτηνές, που λεν, οφθαλμαπάτες- Στ' αλήθεια όλ' αυτά συμβαίνουν Μπροστά στου εκλεκτού λαού Την ασφαλή ομήγυρη... Μπροστά στα άμαθά μας μάτια Στο εμβρόντητο ιερατείο· Και μοναχά ένας ζητιάνος Δεν εκπλήσσεται.

όσοι κοιμούνται

Όσοι κοιμούνται βαριά
Κάθε βράδυ κάνουν πρόβα το θάνατο. Δεν τους διακόπτουν όνειρα Ούτε το αιώνιο άγχος του ξυπνήματος Γιατί έχουν κάτι τάχα να προλάβουν.

άφησες πια

Άφησες πια την προκατάληψη
Σκύλα ξοπίσω με μωρά κουτάβια
Κι άνοιξες δρόμο για τη θάλασσα
Πώς σ' έθελγε έτσι γαλάζια!

αναμμένο

Aναμμένο κεράκι η προσευχή
του ανάξιου δούλου Σου·
ρίζα της παπαρούνας σε χαλίκι.

γαλάζιo

Με τη γαλάζια αύρα σου
Σκύψε και βούτα στην ψυχή μου Που είναι σπηλιά Μες στα τρισκότεινα νερά Βαθιά η πληγή μου.

χιλιάδες μετανάστες

Χιλιάδες μετανάστες
Τα ναυάγια
Της λησμονιάς νερό
Σκεπάζει
Χωρίς ονόματα·
Ντόπιοι δουλέμποροι
Διαβεβαιώνουν
Ουδετερότητα.

έμβρυα

Έμβρυα, φουγάρα―
σπασμένο κέλυφος·
Εδώ, να ψάχνουμε
μόνοι στο σύμπαν.

επίμονο το χτύπημα

Επίμονο το χτύπημα στην πόρτα
Νύχτα που ο αέρας έγλειφε τα σείστρα
Ορμώντας κρύος από τη θάλασσα.

πώς

Πώς είναι δυνατόν κάτι να κράτησες
Από τους γερανούς στο ακρολίμανο
Όπως σκυφτοί τ' απομεσήμερο
Εξαϋλώνονταν στο φως;

εκ νέου

Εκ νέου τα λόγια μια υπαγόρευση
Οριστικά υπό κατάληψη το σώμα
Ιεροεξεταστές χωρίς συγχώρεση
Στίχοι που δεν ζευγάρωσαν ακόμα.

τραβηγμένοι

Τραβηγμένοι απ’ τα μαλλιά
Ρουφηγμένοι ως το μεδούλι Γενιά – γαϊδούρι
Γερασμένο κι υποταχτικό
Φορτωμένο ωφέλιμα ως το λαιμό.

στην έρημο

Στην έρημο του ανύπαρχτου
Χάσκουν μακριές οι νύχτες
Τα καραβάνια δεν περνούν
Νεκρός σκορπιός ο χρόνος...

κι άλλοι

Κι άλλοι θα 'ρθουν και θα περάσουν
Μα τα θηρία δε θα χορτάσουν...

τρυφερό

Τρυφερό πρωί
Πάχνη στα φύλλα
Αδέσποτο πουλί
Φωλιάζει στα ξύλα.

Είναι μωρό
Περιμένει τη μάνα
Απ' τον ουρανό
Να φέρει το μάννα.

αλαζονική αναξιότητα

Αλαζονική αναξιότητα
Περίσσεια ανικανοποίητου
Θαμπώνει η ώρα.
Θεέ μου, δίνε δύναμη
Πίσω να μένει ο κάβος.

σεμινάριο δημιουργικής ταφής

Τίποτε βαθυστόχαστο ή υψηλό
στην απελπισία.
Εβδομηντάχρονη κυρία
χτες βούτηξε στο Θερμαϊκό.

στο βουνό

Όρθιος στο βουνό
Ο σοφός σαμάνος Το συνδετικό Του κάτω και πάνω
Φέρει τον χρησμό Ο σοφός σαμάνος Το γιατρευτικό Του κάτω και πάνω.

ως αυτοεκπληρούμενη

Ως αυτοεκπληρούμενη, ας πούμε, προφητεία
η εδώ παρουσία.
Πόσο δραματικά αλλιώτικη η τροπή;
(Άρα, προς τι;)

σπαρμένοι

Σπαρμένοι αγροί
Φρέσκο το σπυρί στο χώμα·
Θα 'ρθει κι η βροχή
Μα το σύννεφο
Δε φάνηκε ακόμα.

τ' άγαλμα

T' άγαλμα με το δίκοχο
(απόπατος περιστεριών)
ηλίθια ρεμβάζει σε πλατεία
κι ένας κοπρίτης
γλύφεται σχολαστικά...
ενώ διαπεραστικά στριγκλίζουν
φρένα λεωφορείου
που μόλις έχω χάσει.

το ποίημα

Το ποίημα
δεν έγινε τραγούδι.
Έμεινε χνούδι
εφηβικό.

Ο στίχος του
δεν πέρασε το φλούδι.
Έμεινε ζούδι
αχαμνό.

πάλι αναμασάς

Πάλι αναμασάς
τσίχλα μοναξιάς
άγευστη κι υγρή
μάζα σκοτεινή.

Πια δε σ' ωφελεί
μήτε μια φυγή
πίσω κουβαλάς
σάκους ερημιάς.

Πάλι αναμασάς
τσίχλα μοναξιάς
άγευστη κι υγρή·
σ' έχει καταπιεί...

δε φτούρησε

Δε φτούρησε σ' εμάς το δίκιο
Στο σώμα η ψυχή μ' ενοίκιο
Δε φτούρησαν τα τόσα πάθη
Όλα τα νιώσαμε έν' αγκάθι...

Μια μέρα, χάραμα κι αντάμα
Χωρίς αντίο, χωρίς γράμμα
Αφήσαμε συγκινημένοι
Την κοιμισμένη ειμαρμένη...

Αιθέρια, ανύποπτη, ωραία
Τόσο ολοκληρωτικά μοιραία
Γαλήνια καθώς κοιμόταν
Ποιος να το πει τι ονειρευόταν...

του εν Θεσσαλονίκη ανταποκριτού μας

Έπρεπε να γίνω βραβείο... Έπρεπε, όμως, πρώτα να πεθάνω.
Ξέρω, θα πείτε: οι λίγοι «εξαιρετικοί» άνθρωποι που γίνονται,
είναι συνήθως ήδη νεκροί.
Δεν τους ενδιαφέρει. Τουλάχιστον, όχι πια...

Εμένα, πάντως, με ενδιαφέρει. Όχι το βραβείο.
Με ενδιαφέρει ότι πέθανα, ή -για να το θέσω αλλιώς- με πέθαναν...
Ποιοι;
Μα, αυτοί που με θέσπισαν! Όχι μόνοι τους, ας μη γινόμαστε άδικοι.

Και μου το ‘χε πει: μην πας! Μην πας!
Δεν την άκουσα. Τσακωθήκαμε.
Ήμουν τόσο νέος. Είχα μπροστά μου μια λαμπρή καριέρα,
κι εκείνη μ’ αγαπούσε, με περίμενε.
Θες το σαράκι; Θες η κακιά η ώρα; Δεν πίστευα ποτέ σ’ αυτήν.
Τώρα πιστεύω...

Άσχημη πόλη το καλοκαίρι. Κι η υγρασία δεν βοηθά.
Βρώμικος κόλπος! Σαν τις πόρνες της.
Φάτσες ύποπτες, με χαραγμένα τα χαρακτηριστικά,
παρακρατικά σκουπίδια, νταβατζήδες και μαχαιροβγάλτες,
μαυραγορίτες, υπόκοσμος.

Είχα ένα μονότονα κακό προαίσθημα όταν έφτανα.
Εκεί, στο παράθυρο του ξενοδοχείου μου, στεκόταν
ένα μαύρο γλαροπούλι.